επείσθην

формы словаβ
επείσθην
παθ. αόρ. от πείθω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово επείσθην? —


κορυφήενδυναμωτικόςεπινομίαεπιφορτισμένοςπολύςεμβάςαζωτούχοςφορέαςπεργαμηνήνούντσιοςδιερμήνευσησιδερογροθιάμπουκαλάκιδιώξιμολιχουδεύομαιάπτιλοςαχρώματοςαδερφικόςμόνωσηαρροκάνιστοςσυρίγγιο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit