πρωτοπορειακός

формы словаβ
πρωτοπορειακός
авангардистский;
          ~ή τέχνη — авангардизм



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово авангардистский? — πρωτοπορειακός
как с (ново)греческого переводится слово πρωτοπορειακός? — авангардистский


δωρώλεπτύνωσόδημαακατάλυτοςγερακιανόςπαντζουρόβεργαδιαστημόμετροαναλφαβητικόςκηπευτικόχωματουργικόςτραγικόνιάτααναμόρφωσηδιπλοψήφισηενεργητικότηταγαϊδούρηςμυδοκαλλιεργητήςβιλλάνοςορθοποδώαυτοκατάκριτοςορογραφία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit