σού

формы словаβ
σού
γεν. от σύ :
          τό σπίτι σου — [phrase]твой дом[/phrase];
          τί σου είπε; — [phrase]что он тебе сказал?[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово σού? —


εμπορορρόπτηςάμαλλοςσκωληκοφαγωμένοςξανθοπώγωνατρατάριστοςγυμνοθεραπείακομψοτέχνημαφιστικήςκαββαλισμόςαντιφιλοσοφικόςξυνολάπατοφιλόψογοςγεώτρησηεπτάμηνοκακοθελήτριαμπολσεβίκικοςτσιμπίδιευκοίλιαυπογειάκιφιλέλληναςκουκούλλι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit