παλαιστικός

формы словаβ
παλαιστικός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово παλαιστικός? —


σβεννύωξαγρυπνισμένοςπταίστηςκρυφάκουσμαβουκέντραεκτροπήαναγάπητοςκαρμίρικοςεπιζυγίςιερέαςβιομηχανοποιώεκβολάςπροαφαίρεσηκολαστήριοεύφρωνεξερευνητήςδιατακτικήόμορφαέρεισμααναρρίπτωανακόνητος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit