συνδετήριος

формы словаβ
συνδετήριος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово συνδετήριος? —


αλιάνιστοςεπτακοσαριάπερίγειοςεμπρεσσιονίστριαομόθρησκοςκαρέλιεπηρμένοςσυντρόφεμαφαρμακοδυναμικάμεριστικόςεμπληρώνωλειτουργικότηταακινητώενακτέοςκομπλιμεντάρωκαφεΐκόςονειρευτόςσοσιαλδημοκράτηςμακρόφυλλοςαπολεπισμένοςαποκαθηλώ




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit