κολυμβητήριο

формы словаβ
κολυμβητήριο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово κολυμβητήριο? —


χοροεσπερίδααλγερινόςφωτορομάντζοσοσιαλδημοκράτισσαμετακινημένοςπουκαμισάκικινητήριοςευγονικήεμπειροτέχνηςχηλήσώμαγιούχαδαφνοστεφάνωτοςμεταπηδώγονδολιέρηςονομαστείκωλάδικοαζέσταγοςτρωγλωδύτισσαφαρμακαποθήκημπέδουκλο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit