ρεμβαστικός

формы словаβ
ρεμβαστικός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ρεμβαστικός? —


σπάνιοςευκινητότηταγκραςεκτομεύςπλουτοφόροςμπιρμπίλωβελάζωευπρεπισμόςαπόχωσηδιχοτομώγραμματοσυλλέκτριααγαλαξίαυποχρεωτικώςσέβομαιπρωτογέννημααφακέλλωτοςαναγγέλλωδιαιτήτριασαπωνίτηςαφιλοθεΐαμοιραία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit