Αιθίοψ

формы словаβ
Αιθίοψ
(-οπός) ο эфиоп



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово эфиоп? — Αιθίοψ
как с (ново)греческого переводится слово Αιθίοψ? — эфиоп


καμπανιστόςμπαλτζήςφακελοποιείοιεραρχικάανέντιμαόξινοςντέ φάκτομισθωτήςγεωφυσικόςκασόνιασμαχοντρομάγουλοςχουζούρεμαλάζοςδιαμελίζωξεκούρασταταβερνείοννευροπάθειασπουδαιότητααντλησηγονδολιέρηςπολυγραφικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit