αττικίζων

формы словаβ
αττικίζων



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αττικίζων? —


αποπέραγέρικοςνυχτέρεμαξέστραπεντηκοστόςαυτοβιογραφίασυντρέχτηςχειροκρόταλοναβέβαιοςγρατσουνιέμαιπολύπραγοςπνευμονόκοκκοςμονύελομεταγραφήντερμπεντέρικοςπεριαδράχνωανανέωμαασταχυολόγητοςχαυνώνωενεστώςαδιαβροχοποίηση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit