εφιάλτης

формы словаβ
εφιάλτης
ο 1) кошмар;
2) геол. :
          ~ ο σκώψ — сыч;
3) перен. предатель



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово кошмар? — εφιάλτης
как на (ново)греческом будет слово предатель? — εφιάλτης
как с (ново)греческого переводится слово εφιάλτης? — кошмар, предатель


αγγειοβριθήςετεροταξίααξιώνομαιερίκιψαροφαγίανεωτερισμόςπαρακόρηαμαρκάριστοςθηλύκωμαδιαξύλωσηδιασκέλισηπλοηγώχυμευτικόςηλεκτροκίνητοςδιαγράμμισμόςχάράυπομοίραρχοςεπιστημονικοφανήςκεραυνόβλητοςαπογαλουχισμόςψευτοδουλειά




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit