μονοκοντυλιά

формы словаβ
μονοκοντυλιά
η :
          μέ μιά μονοκοντυλιά — одним росчерком пера



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово μονοκοντυλιά? —


δημοτικάκλαίγωλεμονέαεκτρέφομαιπυγμάχοςδίφοροςξεχώνιασμααστράφτωδηλητηριώδηςρουμελιώτικαμειοδοτώμορφινίζομαιεδώδιμοςπαρακινδυνευμένοςναρκωτικόυγροποιώμισθώνωαμμωνάλητηλεμηχανικήβρισκούμαιαρχι-
переводы с персидского языка, литовский словарь, каталог




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit