άψε

формы словаβ
άψε
:
          άψε-σβήσε — быстро, мгновенно, моментально, сразу;
          στό άψε-σβήσε — в два счёта;
          τόν κατάφερα στό άψε-σβήσε — [phrase]я его сразу уговорил[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово άψε? —


περιτριγυρίζωεταιριστήςαμβλυντικόςαντιυγροσκοπικόςσυνωμότιςαλεξιβόρβορονμοντερνίζωάγρωστιδααξιόπιστοκινεζικάβλαβεράαρκουδόβατοςπροσηλυτίζωαναβροτήριονάφευκτοςαποστολήοδήγημαελεγκτήςολοκληρωτήςβροχοσκόπιονκανάτα





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit