εξεταστήριο

формы словаβ
εξεταστήριο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово εξεταστήριο? —


πρόγονοιδελτοειδήςτζίφοςσιροπιαστόςλύδιοςκήλωνστοχάζομαιεκγερμανισμόςαπομαγνήτισηεγερτήριοςβούλημακαταρράκτηςανάπιωμαγοργόπουςεπανασποράδιαπνέομαιμοσχαράκιτεκτονικήνερόκρασοκαινοτόμοςαποκάπνισμα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit