εκλευκαίνω

формы словаβ
εκλευκαίνω
(αόρ. εξελεύκανα, παθ. αόρ. εξελευκάνθην) отбеливать



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово отбеливать? — εκλευκαίνω
как с (ново)греческого переводится слово εκλευκαίνω? — отбеливать


ελόβιοςολοκόκκινοςελάχιστααδίπλιαστοςπλανόδιοςαλατοποιίασοκακόπαιδοιωνικάηωζωϊκόςαχερόστρωμαπόλισμανκαλίγαΙρλανδίαευοδώνομαιόγδοοδιαβολοσκόρπισμαλυκόμορφοςαλογήσιοςτυχηρόςανισόπλευροςκτυπητήρι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit