ηπατολογικός

формы словаβ
ηπατολογικός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ηπατολογικός? —


ευδιαλυτότηςόμφαξσπουδασμένοςαστούμπιστοςαλφαβητίζωαπομυξίζωξεντύνομαιπροαφαίρεσηψάλτηςκαταδνώκωκαθολικήεμπορορρόπτηςξεχύνομαιυπαίτιοςαφραγκίααμούδιαστοςηχογράφίαπληροφορούμαιανορμοςθαλαμικόςανελευθέρωτος





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit