Αυστραλός

формы словаβ
Αυστραλός
ο австралиец



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово австралиец? — Αυστραλός
как с (ново)греческого переводится слово Αυστραλός? — австралиец


χαρισάμενηαλατόνεροπενηντάρικοεκατονταπλασιάζωγελοιογράφοςγωνιοειδήςκοινοτοπικόςελληνόπαιςσυμφωνημέναατμομηχανικόςπατίνιασπάραγοςδιοπτήραςυπενωμοτάρχηςξανακινώγοργόςκλαυθμηρόςψιλοκομμένοςαιγιαλίτιδααεροθερμαγωγόςδιαβατό




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit