ηλικιακός

формы словаβ
ηλικιακός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ηλικιακός? —


πηλοπλαστικόςσπατουλάρισμαλιγώνομαιτακτικάμίσθωμαμεσαντρούλαπροσθετόςκοινόαβολιδοσκόπητοςγλωσσικόςαντιμιλιάαιμόστασημελανηφορώαρρεναγωγείοπιφλήσταρχίνακάθαρσηδεκαοχταετίαΙωνίαψιττάκωσηπυκνοκατωκημένος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit