διέβρωσα

формы словаβ
διέβρωσα
αόρ. от διαβιβρώσκω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово διέβρωσα? —


άδραγμαμιναρέςμανουλίτσαυποδιαιρούμαιενδεκαετήςστέρνακαφεϊκόςανθρωποκεντρισμόςδιαδότηςάπηξηρωϊσμόςπεριδιάβασησβεννύωκαφεοφυτείαποικιλωδίαλυγερήίσονλιοκόκκαλοξεσκίζωέγκριτοςκαίγω





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit