ανήλωσα

формы словаβ
ανήλωσα
αόρ. от αναλίσκω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ανήλωσα? —


σταθερεύωεπαναπίπτωκλιμάκιομακρύνωξαναρράβωφακιόλιγενετήσιοςφορμαλισμόςδαιμόνισμαψοφοδιψώζάραφιλόδοξοςαμαξιάαντιδιαστολήψευτοσπουδαίοςδακρυογόνοπαραμονήγαιόσακκοςλαύδανοευαπάτητοςεπιγόντως




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit