βενζινάροτρο

формы словаβ
βενζινάροτρο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово βενζινάροτρο? —


στυλογράφοςπροαγωγικόςεδραιότητακουρεματάκικακομοιρούληςδενδροκομίαπανσλαβικόςμεθορμίζωεμβάπτωσυνωμοτικώςαυγουστιάτικαανακλητικόγαληνιαίοςσαιζόνσταχτοκουλούρασαγίζωζημιαρόγατοςδισέγγονοςκρασοβόλιδιάσχισηγιοφύλλι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit