διέστην

формы словаβ
διέστην
αόρ. от διίσταμαι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово διέστην? —


έκδαρμαυπέργειοςαλυπήτωςφούχτωμαφτύκααγλωσσίαδίπλατοςμαντάλωμαμαγνητικόςεξηντάχρονοςμπιτόνιαφαλάτωσηταπεινώςπαλληκαριάαιμοθεραπείαμειοψηφίακατσούφιασμαδιαλαλίζωκατούρλιόσταχυολογώπαχύφυλλος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit