προξενήτρα

формы словаβ
προξενήτρα
1) сватья
2) посредница


#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово προξενήτρα? —


αραβοσιτόχρουςεμβρυοαγριογούρουνοινσουλίνηανέψισκατούλαπροπληρωμήαναβοώασβέστωμαπαραφίνηκαταδιώξιμοςανεξάνθιστοςγραῒδιομεταθέσιμοςωογόνιοήραφρουσκάλαανυφαντήςζερβόςελκύωχρυσοχοείο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit