κατάπληξη

формы словаβ
κατάπληξη
η изумление;
          προκαλώ (или προξενώ, κάνω) ~ — поражать, изумлять



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово изумление? — κατάπληξη
как с (ново)греческого переводится слово κατάπληξη? — изумление


έκτηαμυντικότηςσυναρίθμησιςκουτσοπίνωεξοφλητήριοπροσκεκλημένοςνεκροσυλίαχιονορραγίαμωλωπίζομαιψυχομετρικάισλαμιστήςεικονογραφώπιζάμαψευδόστομαπερικοπήαυτοκαλλιεργούμαικουρκούτιψεκάζωμετριοφρόνωςανεύρεσηξεμαυλίστρα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit