εκρηγνύω

формы словаβ
εκρηγνύω
(αόρ. εξέρρηξα, παθ. αόρ. εξερράγην) взрывать;



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово взрывать? — εκρηγνύω
как с (ново)греческого переводится слово εκρηγνύω? — взрывать


πιτσουνάκιααγλύτωτοςάρμπουροενδιααμένωπαρασκευάζομαιεξαέρωσηενανθρώπησηγκαλειουρίζωζιγκολόμικροφαράδιοατμόλουτροεξαναγκαστικόςχρονοφωτογράφησηαταχυδρόμητοςζουμιάζωαχόρταστοςδιπλασίασηαπόλυμαψύλλιοννήνεμοςαναλκής




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit