καντήλι

формы словаβ
καντήλι
το лампадка;

===
          τού άναψαν τά ~α — [phrase]он пришёл в ярость[/phrase];
          εσώθηκε τό ~ τού — [phrase]он при смерти[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово лампадка? — καντήλι
как с (ново)греческого переводится слово καντήλι? — лампадка


παλαιογενήςψηκτροποιείοαπονεκρωτικόςχαμαιπετήςσυκαλάςανατέλλωξύστηςφαυλεπίφαυλοςεπινομίαμπούμαευοσμίτηςπεριβαλλοντικόςκανναβάτσαεπίμετρογνωματίζωαπορράπτωαντίθρησκοςιεροδικείοπαρακρατώαναβιώανεμικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit