λογοκλόπ|ος

формы словаβ
λογοκλόπ|ος
ο, η плагиатор



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово плагиатор? — λογοκλόπος
как с (ново)греческого переводится слово λογοκλόπος? — плагиатор


πεθαμένοςιστιοποιίαδιαπνοϊκόςσαπρογόνοςΚροατίατεσσαρακονταετήςδευτερεύωνδιαστολήξεμέθυστοςδιχτυάρικονηματουργείοελλέβοροςπλατσομύτηςκλώνοςσυχωριανόςσκαριφώμεσοτοιχίαανάλειωτοςμουντζουρώνωμaιευτήριομπροστά




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit