διισχυρισμός

формы словаβ
διισχυρισμός
ο утверждение; настояние



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово утверждение? — διισχυρισμός
как на (ново)греческом будет слово настояние? — διισχυρισμός
как с (ново)греческого переводится слово διισχυρισμός? — утверждение, настояние


οψοφυλάκιοαμφιπάτριοςπυρήναςαστριφτοςεπιπεδώνωκανναβίσιοςεκκοίλανσηαμυντικότηςξωκλήσιεγκεφαλικάεκατοντούτηςύψωσηδιττογροφώξινίζομαικασσιτερούχοςαλλοτριοφαγικόςκαταρίθμησηπαγκοσμιοποιώδιαστημάνθρωποςανομιμοποίητοςπαρωνυμία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit