πανικοβάλλω

формы словаβ
πανικοβάλλω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово πανικοβάλλω? —


αδιάρρηκτοςαναγερμένοςυπερπροστατευτικότηταδιασφήνωσιςβλησίδισυντελούμαιεπτάχρωμοςλιπόθυμοςαγουροσύνηδιωρυχήξεμεσημεριάζομαιεβδομηνταριάπαλιατζούρακαρδούλατυρεμπόριομεταλλαγμένοςεπίφοβοςλαουτιέρηςγκρινιάρικοςύδαταξοφλώ




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit