μοντερνιστικά

формы словаβ
μοντερνιστικά



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово μοντερνιστικά? —


εντόπισηυποστατόςαναπληρωτήςψηφοφορίαγυαλιστερόςάλυσοςφρικάρωαγγελιάζομαιρυθμικήποστομανήςαπαλοιφήκαλαμωτόανολογίαπαγίδιγουδόχεροκατασπαράσσωθαλασσοκράτοραςζιπούνινανισμόςμαλακολόιοχυρωμένος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit