εξάδελφ|ος

формы словаβ
εξάδελφ|ος
ο двоюродный брат;
          δεύτερος ~ — троюродный брат



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово двоюродный брат? — εξάδελφος
как с (ново)греческого переводится слово εξάδελφος? — двоюродный брат


ωκεάνιοςωδικόςλαξευτόςφυτοκομίααναρχιστικόςκαυχησιολογώμαιγλινιάζωενεχυροδανειστήςφεσάςαναδημοσιεύομαιδυσδιοίκητοςαυτοπαινιέμαιαμπελοκλαδευτήςεγκεντρίζωομοφωνώραδιενεργόςρημάζωομοιομορφίαχηρεύωπαστρικάκάπηλος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit