ασκητικά

формы словаβ
ασκητικά



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ασκητικά? —


έλεγξιςμεσομακροπρόθεσμοςυπεξαγωγήλοχείαχτυποκάρδισματριφύλλιεξασφαλίζωμαγνησιακόςκέρδοςαβούιστοςγιδήσιοςσυριστόςεπιτελώκυψέληζαρίφηςμετέπειτααδυνατούτσικοςκάβωδιασκέπτομαιαρχιμηχανικόςλίστρον




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit