πυκνοκατοικημέν|ος

формы словаβ
πυκνοκατοικημέν|ος
густонаселённый;
          ~τοικημένη περιοχή — густонаселённая область



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово густонаселённый? — πυκνοκατοικημένος
как с (ново)греческого переводится слово πυκνοκατοικημένος? — густонаселённый


υποτονικότηταεφορμώορθοπεδίαακόλουθοτεϊοποτείοεκατομμυριοστόμικροκλέπτριαέγκλησηκαφενόβιοςεξαπλούςαντιβγαίνωγνωστοποίησηχορδίτιςγαλατιάζωσυγκρούωαπάτητοςαπαράδεκτοςΠρωτοχρονιάσημαδιακόςπεριέλιξηαντανακλαστικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit