μακρομάνικος

формы словаβ
μακρομάνικος
длинными рукавами



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово длинными рукавами? — μακρομάνικ|ος
как с (ново)греческого переводится слово μακρομάνικ|ος? — длинными рукавами


Θεομακάριστοςιδιοκατοίκητ|οςβρέγμακροκίδικαταλογιστέοςστέκομαιαυτοδίδακτ|οςεναπόκειταιεποίκησηυδρογραφίαπεταλωτήριουπεράφθον|οςεκπλειστηριάζωαμήνοτ|οςαδιατρύπητ|οςωρολογοποιίαπροπαροξύτον|οςξηροδερμίαβέργααυτοσαρκαστικόςεπιτήδεια





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit