επέστην

формы словаβ
επέστην
αόρ. от εφίσταμαι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово επέστην? —


ανάταξηπαινεμένοςαντραγάθημαπροπάπποςκατοικημένοςπεριπαικτικόςανανεάζωεγκεφαλικάθαλασσόχαροςασυνήθιστοςελμινθοειδήςκάκηταταυτόαιμοςισημερινόςγιομ-γλώσσαΑμαζώνγέρουκαςολόθενχορτάζωδάκρυσμα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit