ύπερ-

формы словаβ
ύπερ-
первая часть сложных слов, означ. :
а) сверх; пере-, пре-; чрез-, над; очень;
          υπεράνθρωπος, υπεραγαπώ, υπερβαίνω; —
б) за, в пользу:
          υπερασπίζω, υπερμαχώ —



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ύπερ-? —


γαλατιέρακύκλωσηαναπτύσσωριπήεφοδιοπομπήαμεσολάβητοςαμυλώδηςπαρέμβολονασκημούτσικαψάριφαρυγγισμόςουζοπότιςαδειούχαφαινακετίνηπυγμάχοςστήριξηλαδοχέρηςαλογομούρηςεπινεφριδίτιδαεράνισμαευμάλακτος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit