αναγκάζομαι

формы словаβ
αναγκάζομαι
чихать


#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αναγκάζομαι? —


ανακάρδιονστρατοκρατικόςπεδιλωτόςμονοκομματικόςκαλοζυγιάζωασυμμέτρωςδεψίνηαχταπόδιδιαβασμένοςμαγνητογεννήτριαυπόδειγμαπαρότρυνσηοπισθενεργόςβερβελιάξεφορτώνωτρισέγγονοςαπαίτησηβίτσαπρυμναίοςασυναισθησίαβατίς




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit