χειρόκτιον

формы словаβ
χειρόκτιον
το перчатка;

===
          ρίπτω τό ~ εις τίνα — бросить (__кому-л.__) перчатку, бросить вызов кому-л.



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово перчатка? — χειρόκτιον
как с (ново)греческого переводится слово χειρόκτιον? — перчатка


απομονούμαιξηστρεφτήδημοσιογραφικόςαντιβαλλόμενοναμαρκάλιστοςσεισμόγράφημαδιασταυρώνομαιυαλουργείοαλληλοφθονούμαισυμφοιτήτριααγροικίαβόγγημαμεχέγκιοριακάοζονίζωΚροατίαεκπλήσσομαιπουκαμισάςμελλοντισμόςδάγγειοςενενηκοντάκις




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit