προκαλυπτικός

формы словаβ
προκαλυπτικός
прикрывающий;
          ~ό απόσπασμα — воен. отряд прикрытия



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово прикрывающий? — προκαλυπτικός
как с (ново)греческого переводится слово προκαλυπτικός? — прикрывающий


αμαλγαμάτωσηκρυφο-ευθέωςμεθεπόμενοςιχθυάλμηάφκιαγοςβαροθερμογράφοςαναδαμαλίζωγοργοκίνημαόχιδημολογίαχαρέμιψίχααπλότητααφηγηματικάρεπορτάζκαρυοφύλλιμελαμβαφήςυπεξαιρέτηςαλάδωτααργοπάτητα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit