μπαμπαλ|ής

формы словаβ
μπαμπαλ|ής
ο :
          γερο-μπαμπαλής — глубокий старик, древний старец



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово μπαμπαλής? —


βουλεβάρτοπρόσραμμαθιασώτηςβουνόπλαγοΜαρόκοχωριατομαθημένοςδέτορεύωγυρεψούληςφαρίνααναβρυτήριοςκαλαθιάχειμωνιάενδέκατοςσχεδιοποιημένοςκουκούλλωμαπροσφύομαικούτικαςσακχαρομύκηςεπιπήγνομαιξηράνθεμον




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit