αλετροπόδι

формы словаβ
αλετροπόδι
το 1) лемех;
2) (Α.) астр. Орион



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово лемех? — αλετροπόδι
как на (ново)греческом будет слово Орион? — αλετροπόδι
как с (ново)греческого переводится слово αλετροπόδι? — лемех, Орион


στοιβαχτόςοσμήμερακλήδισσαευδίαιοιαπέναντιαναβράωεναντιολόγοςπιτσιλάδαλαϊκιστικόςφτωχομάγαζοασφαλτοστρώνωμαστοράντζαανορθοδοξίαμισθώνωακοστάρισμασίβυλλασυνταγματάρχηςλελογισμένωςανοδικώςπροστασίαβυνοποιία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit