συμβιβάστρια

формы словаβ
συμβιβάστρια



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово συμβιβάστρια? —


εμβλέπωσυσκευασίαεικονοκλάστηςδιαμελίζωενθρονίζομαιαγαλματουργίαγελοιογράφοςπροξενιόδιαναπαύομαιαποσύνδεσηυποστέλλωτριπόδιΙάπωνγδυτόςλενινιστήςαναστρέφωφαρμακωμένοςδιακυμαντικόςσιλλιμανίτηςαμπατζήςκακοζώητος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit