φαινικό

формы словаβ
φαινικό
το :
          φαινικό (όξυ) — хим. карболовая кислота



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово φαινικό? —


μαρασμώδηςαπείσμωτοςαλευτέρωτοςσφενδονώκαλαθοποιόςκιτρινάδαβουκεφάληςενιαυτόςμπλαζέςσκέρτσοπουκαμισάκιμολυβιάαναλόγωςγεμόζωηωκαινικόςαγκιστρωτόςτυποκλοπικόςπαραινετικόςμεγαλοαπατεώναςκαταδολιεύομαιαβδελλώνω
переводы с персидского языка, литовский словарь, каталог




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit