συγκρίσιμος

формы словаβ
συγκρίσιμος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово συγκρίσιμος? —


βλεφαριδωτόςπεντάλιροσβηστικόειδοποίησησυμβουλεύομαιπερίδακρυςδυσδιόρθωτοςξακουστόςδερματικόςανεμοβροχιάυλικότηταμισθωτήςπεντάμηνοδιάνοιαστομφάζωεπικήδειοςλάθοςφασιστήςαντίληψηχρηστομάθειατσακίδια




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit