άλλοτε

формы словаβ
άλλοτε
1) в другой раз
2) когда-то, прежде
3) иногда, порой; άλλοτε ... άλλοτε иногда... иногда


#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово άλλοτε? —


ψηγματολόγοςμετοικίζωαγγλομανίαπήγμαραδιοδιευθυνόμενοςπαιδοψυχολογίασαρακιάζωαποφυλάκισηγυμνόαντευεργέτημαπολύανδροςακατοχύρωτοςδιακαίομαιψαθοποιόςφακιολίζωαλαφρόπιστοςφορολόγησηνεώριονασυμπλήρωτοςαεροθεραπευτήριονγναμμένος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit