βενζινοκίνητ|ος

формы словаβ
βενζινοκίνητ|ος
бензомоторный



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово бензомоторный? — βενζινοκίνητος
как с (ново)греческого переводится слово βενζινοκίνητος? — бензомоторный


λεωφορειακόςπρόδηλοςφουσκαλιάζωερημοσπίτηςπαραλαβήξαναρχιζωαγκώναςχήνειοςχρέμιξυλοκόποςΓαλαξίαςβουρλισμένοςδιαπλάτυνσηδηλητηριασμένοςαχαλινάρωτοςημιαποικιακόςχιμώβυτίονεξειλιγμένοςιστοσελίδαβιολοντσελλίστρια




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit