διατέμνουσα

формы словаβ
διατέμνουσα
η мат. секанс



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово секанс? — διατέμνουσα
как с (ново)греческого переводится слово διατέμνουσα? — секанс


αποσταθεροποιητικόςσαβουρογάμηςκατασβεστικόςαρχαΐζωβραχνασμένοςκρατητήριοχειρόγραφοφανερωτήςψαλτικήανεκφώνητοςμούντζωμαΙσπανίδακαρκννολογίαμαζικάεξακόσιανίψιςαντιπροσαγόρευσιςελκωμαβίλαευγηρίαεμβολιαστήρι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit