αφηγηματολογία

формы словаβ
αφηγηματολογία



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αφηγηματολογία? —


πλατύςκαλλιέπειαρυμουλκημένοςελαιοπαραγωγήμπαλιάγονυκλινώςαρπακτικόμεταχρωμάτισηπεριπαικτικάγκρέμιοςβυσσινέαδιαταγήρανίδαεκφωνημένοςπρορρηθείςκαθιστάιμπρεσσιονίστριαδιασκελωπικροπηγήπεντακοσαριάτρακάρω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit