ζωγραφιστός

формы словаβ
ζωγραφιστός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ζωγραφιστός? —


ψευδοκαρένααποσημαίνωκατ' εξοχήνκακομίλημαψυχοφυσιολόγοςεναλλακτήραπόκρυφοςοδογράφοςαποκαρδιωμένοςανήγαγονπροστυχόφαστακαλαισθητικόςσαγήεμπυΐσκωσθεναρώςενδεικτικόςερυθρόςγυάρδαπλατύπουςπαρτέντζαδιαψευσμένος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit