μαριόλα

формы словаβ
μαριόλα



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово μαριόλα? —


μακάσταασκημαίνωτσιγαράςδιατεθειμένοςσυναπάρτισμαακούρντιστοςκοφτόγλωσσικόςθώςπλακατζήςατρακτίδιοδευτερίάεπιχαλίκωσηξεβούλωτοςπυρογενήςελληνοφοβίοαποστέλλωφωτοστεφανωμένοςξεχάνωορόσημοαξάφριστος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit