αιμοδότης

формы словаβ
αιμοδότης
ο донор



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово донор? — αιμοδότης
как с (ново)греческого переводится слово αιμοδότης? — донор


οικονομικόςκουμπούραςδεισιδαίμωνπρότεροςεξουσίακληρωτίδακομπανιαμέντοπαθιάζωαποκωδικοποιώατσίμπητοςεμφυσηματικόςδιακόνεμακοσμοπολίτισσαοντότηταμετεξέτασηγροίκησηαχρίζωπαραμένωχαμαιφυήςδιακαίομαιέπαε




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit